Προέλευση:
από το Αττικό κορυφόω-ώ που σημαίνει εξυψώνω, σχηματίζω κορυφή, κορυφίζω ή από το ρήμα κουρ'φίζω με αυτή την έννοια.
Σχόλια:
Ενεστώτας: κουρφίζω
Παρατατικός: εκούρφιζα
Μέλλοντας: θα κουρφίζω
Προστακτική: κούρφιξον!
Παράγωγο ουσιαστικό: κουρφέας
Παράδειγμα:
Κουρφιζ' ο κουρφέας, ατός ατόν - ο παινεσιάρης επαινεί τον εαυτό του.
Αναφορά:
Έπειτ' εκεί κορυφαίος εστηκώς (Αριστοφάνη Πλούτος 593)