Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαθυσπορίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βαθυσπορίζω Προφορά: βαθυσπορίζω
  1. βάζω βαθειά στο χώμα τον σπόρο φυτού Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια