Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κότον (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. κότον , 2. κότων Προφορά: κότον
  1. τολμητίας, μεγαλόσωμος, δυσπολέμητος, τιτάνας Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    Το αρχαίον κότος σημαίνει η επίμονη έχθρητα

    Ονομαστική: ο κότον- κότων
    Γενική: τοίς κότονος
    Αιτιατική: τόν κότον

    Παράδειγμα:
    Είδες εσύ τ’ εποίκεν ο κότον! - Είδες τι έκανε το θερίον!

    Αναφορά:
    ότι κότον ένθετο θυμώ... χωόμενος - δεν θα λησμονήση της καρδιάς του το πάθος (Οδυσσέας Λ 102)

Παρατηρήσεις - Σχόλια