Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κνέσκου [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κνέσκου Προφορά: κνέσκου
  1. ξύσου, τσιμπίσου έχε φαγούρα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    Από το αρχαίο κνήφω και κνίζω, προέρχεται το ουσιαστικό κνεσίον που σημαίνει ξύσιμο.
    Μάλλον από το αρχαίο κνάω-ώ προέρχεται, σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Στυλιανό Καψωμένο,
    το απαρέφατο: κνάν
    ο μέλλοντας: κνήσω
    ο αόριστος: έκνησα
    το απαρέμφατο μέσης φωνής: κνάσαι
    τον μέλλοντα μέσης φωνής: κνήσομαι
    τον αόριστο μέσης φωνής: εκνησάμην

    2. Σχόλια:
    ενεστώτας: κνέσκουμαι
    παρατατικός: εκνέσκουμ΄νε
    μέλλοντας: θα κνέσκουμαι
    αόριστος: εκνέστ'α

    3. Παραδείγματα:
    Κνέσκουμαι, κατ΄ θα έδαξε με! - Ξύνομαι, κάτι με τσίμπησε
    Καθησίαν και κνεσίον! - γαι τους τεμπέληδες

    4. Αναφορές:
    Ούκουν ερείς ανύσασα τον κνισμόν τινά; (Αριστοφάνη Πλούτος)
    Επί δ΄αίγειον κνή τυρόν κνήστει χαλκείη (Ιλιάδα Λ 639)

Παρατηρήσεις - Σχόλια