Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ψοφεμένος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: ψοφεμένος Προφορά: ψοφεμένος
  1. ψόφιος, κατάκοπος 1) πολύ κουρασμένος 2) αυτός που λαχταράει κάτι πάρα πολύ (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια