Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψαλαφέ (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ψαλαφέ , 2. ψαλαφά̤ Προφορά: ψαλαφέ
  1. η ζήτηση σε γάμο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια