Προέλευση:
αττικό: κομπόω-ώ και κομπέω-ώ με την ίδια περίπου σημασία σηλαδή κόμπος, κομπορρημοσύνη, καυχησιά. Κατά τον καθηγητή Φιλοσοφίας κ. Στυλιανό Καψωμένο, προέρχεται μάλλον από το κομβάω-ώ, συνδέω κάτι με κουμπί κυριολεκτικά και μεταφορικά χλευάζω, κοροιδεύω.
Παθητική φωνή:
Παρατατικός: εκομπούμ\'νε
Μέλλοντας: θα κομπούμαι
Αόριστος: εκόμπώθα
Προστακτική: κομπώθ
Παράγωγο ουσιστικό: κόμπωμαν
Παράδειγμα:
Ωρία κομπούσαι - μην τυχόν και γελαστείς
Αναφορές:
Ζευς γαρ γλώσσης κόμπους υπερεχθαίρει - Γιατί ο Θεός δεν αγαπά τους καυχησιάρηδες (Σοφοκλέους Αντιγόνη)
Τα τοιαύτα επὶ το μείζον κομπούται ( Δίωνος Κασσίου 22,43)