1. Προέλευση:
το ενεργητικό κλωθώ, εκλώθα, θα κλωθώ, έκλωσα, κλώσον.
2.Σχόλια:
Ενεστώτας: κλώσκουμαι
Παρατατικός: εκλώσκουμ'νε
Αόριστος: εκλώστα
Προστακτική: κλωθήτι - κλωσκού
3. Αναφορά:
Η κρόκην στρέφοιεν ή μίτον κλώθοιεν...( Λουκιανού - Δραπέται 12)