Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κλαίνισον [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κλαίνισον Προφορά: κλαίνισον
  1. κάνε κάποιον να κλάψει Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    Το ιωνικό κλάω και το αιολικό κλαίω έχουν την γνωστή σημασία. Είναι σημαντικό και αξιοπερίεργο πως στην κοινή Δημοτική δεν υπάρχει το ρήμα αυτό αλλά ούτε και αντίστοιχος ρηματικός τύπος.

    2.Σχόλια:
    Ενεστώτας: κλαινίζω
    Παρατατικός: εκλαίνιζα
    Μέλλοντας: θα κλαινίζω
    Αόριστος: εκλαίν'τσα

    3.Παράδειγμα:
    Εγώ έναν ημέρα θα κλαινίζω σε !

Παρατηρήσεις - Σχόλια