Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φουσκαλιδιάρ (το) [Επίθετο, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φουσκαλιδά̤ρ' Προφορά: φουσκαλιδεάρ
  1. αυτό που έχει φουσκάλες στην πληγή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια