Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαχαιροβγάλτες (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαχͮαιροβγάλτες Προφορά: μασαιροβγάλτες
  1. φονιάς εκείνος που κατά τη φιλονικία τραβά μαχαίρι και τραυματίζει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια