Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μαχαιροβγάλτες (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μαχͮαιροβγάλτες
Προφορά: μασαιροβγάλτες
φονιάς
εκείνος που κατά τη φιλονικία τραβά μαχαίρι και τραυματίζει
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια