Γραφή στην Ποντιακή: φουντουλά̤ζωΠροφορά: φουντουλεάζω
ανανεώνω το περιεχόμενο στρώματος βαμβάκι ή μαλλί είτε ξαίνοντας το είτε ανοίγοντάς το με τα χέρια, όταν είναι συμπιεσμένο λόγω της πολυκαιρίαςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης