Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φορά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φορά Προφορά: φορά
  1. γρήγορη κίνηση, χρονική περίοδος ή στιγμή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια