Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πουλασιεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πουλασ̌ιεύω Προφορά: πουλασιεύω
  1. ανακατώνομαι, αρχίζω 1) μπερδεύομαι σε κάτι 2) πλησιάζω κάποιον με εχθρική διάθεση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη bulasmak

Παρατηρήσεις - Σχόλια