Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πορού (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πορού Προφορά: πορού
  1. σωλήνας θερμάστρας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη boru

Παρατηρήσεις - Σχόλια