Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

ποροζάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποροζάν' Προφορά: ποροζάν
  1. 1) στρατιωτική σάλπιγγα 2) κόψιμο εντερικό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη borazan

Παρατηρήσεις - Σχόλια