Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ημεροκατσίνεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ημεροκα̤τσίνεμαν Προφορά: ημεροκεατσίνεμαν
  1. διάγω, ζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    ζωή με όχι άφθονα αγαθά

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά ημέρα και το τούρκικο κεΐσ̌ινμέκ

    Παράδειγμα:
    Παράδας 'κ' εποίκα, έναν ημεροκα̤τσ̌ίνεμαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια