Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πορδαλάς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πορδαλάς Προφορά: πορδαλάς
  1. μωμόγερος, μασκαράς, πονηρός αυτός που πέρδεται Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη πορδαλέος

    Πληθυντικός αριθμός:
    πορδαλάντ'

    Σχόλιο:
    Τα σε -αντ'(οι) (γενική πληθυντικού -αντων και αντιων) είναι οικογενειακά ονόματα που δηλώνουν ολόκληρη οικογένεια ή συντεχία από τον αρχηγό της οικογένειας ή του είδους της τέχνης των ομότεχνων ή εθνικά ονόματα Υψηλάντ' (Υψηλάντοι) από το τοπωνύμιο Υψήλ', Παρασκευάντ' (Παρασκευάς), Ζωγραφάτων (Ζωγράφος) επώνυμο, από το επάγγελμα κλεφτάντ' (κλέφτες) που σχηματίστηκε από το ουσιαστικό εριφάντ' = από το τουρκικό ερίφ' = άντρας

Παρατηρήσεις - Σχόλια