Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πονόψυχος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πονόψυχος Προφορά: πονόψυχος
  1. σπλαχνικός, πονετικός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια