Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ισμίλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ισμίλα Προφορά: ισμίλα
  1. βαλανιδιά Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο σμίλαξ (υπήρχε το αρχαίο σμίλαξ, που αττικά λεγόταν μίλαξ, σημειώνει ο κ. Στυλιανός Καψωμένος)
    < Επί στιβάδων εστρωμένων σμίλακί τε και μυρίναις- Πλάτωνος Πολιτεία 372 Β>
    <...στεφάνους δρυός τε μίλακός τ' ανθεσφόρου- Ευριπίδη Βάκχες 108>

    Πτώσεις:
    ονομαστική η ισμίλα
    γενική τη ισμίλας
    αιτιατική την ισμίλαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια