Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πολιτανός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πολιτα̤νός Προφορά: πολιτεανός
  1. αστός, κοσμοπολίτης 1) κάτοικος της πόλης 2) καλλιεργημένος άνθρωπος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια