Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πλημμύν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πλημμύν Προφορά: πλημμύν
  1. πλήμμη υποπροϊόν από την παραγωγή της μυζήθρας Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια