Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πονηρία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πονηρία Προφορά: πονηρία
  1. πανουργία, πονηριά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη πονηρία=κακή διάθεση

Παρατηρήσεις - Σχόλια