Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πολυχρονίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πολυχρονίζω Προφορά: πολυχρονίζω
  1. κάνω κάποιον πολύχρονο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια