πολτσιάβα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πολτσιάβα
Προφορά: πολτσιάβα
-
καταναλωτική, αφειδής, σπάταλη
γυναίκα που χρησιμοποιεί μεγαλύτερη δόση από την κανονική από κάποιο αγαθό (κυρίως λάδι, βούτυρο, λίπος)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης