Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ευώρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ευώρα Προφορά: ευώρα
  1. ευκρασία, ευδία 1) η δροσερή στιγμή 2) η δροσοσκιά του δέντρου Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    παράγωγο του ευ + ώρα (η ώρα η καλή)

    Σχόλιο:
    εύωρος αρχικά σημαίνει 'ώριμος'

    Πτώσεις:
    ονομαστική η ευώρα
    γενική τη ευώρας
    αιτιατική την ευώραν

Παρατηρήσεις - Σχόλια