ο αλόξενος, η αλόξενέσα, το αλόξενον
Αρσενικό: Ενικός: αλόξενος Πληθυντικός: αλόξενοι
Θηλυκό: Ενικός: αλόξενος Πληθυντικός: αλόξενος
Ουδέτερο: Ενικός: αλόξενον Πληθυντικός: αλόξενα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.