Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Πάσκα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Πάσκα Προφορά: Πάσκα
  1. Πάσχα 1) κατάλυση της νηστείας 2) ημέρα μη νηστήσιμη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια