παρχαρέτες (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παρχαρέτες
Προφορά: παρχαρέτες
-
1) αυτός που παραθερίζει σε θερινό βοσκότοπο
2) γυναίκα που μένει στα παρχάρια και φροντίζει τα ζώα και ασχολείται με την γαλακτοκομία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης