Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ηλιακόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ηλιακόν Προφορά: ηλιακόν
  1. κελάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    εκεί ήταν ο εργαλειός, τα σύνεργα της γαλακτοκομίας (γαλοστάτης, καρβάνα̤, αλμεχτερόν, ξυλάγγ'), πουλούλα̤ με τα στύπα, χͮερομύλα̤ και άλλα

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

Παρατηρήσεις - Σχόλια