Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διακόπουλον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. διακόπουλον , 2. δα̤κόπουλον Προφορά: 1. διακόπουλον , 2. δεακόπουλον
  1. μαθητής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    ο μικρός διάκος

    Παράδειγμα:
    Ελέπ’ν ατεν δα̤κόπουλα κι αφήν’νε τα σχολεία.

Παρατηρήσεις - Σχόλια