Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αφορισμοχάρτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αφορισμοχάρτ' Προφορά: αφορισμοχάρτ
  1. χαρτί, που πάνω ήταν γραμμένος ο αφορισμός που διάβαζε ο παππάς Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια