Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δίκλοπος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: δίκλοπος Προφορά: δίκλοπος
  1. προδότης, δολοπλόκος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    η λέξη είναι οπωσδήποτε μεσαιωνική και έχει την ίδια έννοια.
    Ως προς την προέλευση της, οι απόψεις και γνώμες διχάζονται. Κατά τινας είναι παράγωγο του ρήματος κλωπεύω- κλέπτω που παράλλαξε σε αχρείος, αμοραλιστής, δίκλοπος- ο άνθρωπος του σχοινιού και του παλουκιού, επομένως και προδότης οπότε και δίκλωπος στη σωτή του γραφή, παράγωγο του δικλωπεύω.
    Κατά την άποψη του Σ. Καψωμένου- που είναι και η πιο ορθή, μάλλον θα προέρχεται από το δίπλοκος, αναγραμματισμένο. Δίπλοκος, ο διπρόσωπος, ο δολοπλόκος.

    ο και η δίκλοπος, το δίκλοπον

    Παράδειγμα:
    « Την Πόλιν όντας ωρίαζεν ο Έλλεν Κωνσταντίνον, είχͮεν Πορτάρους δίκλοπους κι αφέντας φοβετσάρους» ( Την Πόλη όταν εξουσίαζε ο Έλληνας βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε προδότες κλειδοκράτορες κι ηγήτορες στρατού δειλούς. Ποντιακό δημώδες επάνω στην άλωση της Κωνσταντινούπολης

  2. δόλιος, προδότης Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια