Προέλευση:
η λέξη είναι οπωσδήποτε μεσαιωνική και έχει την ίδια έννοια.
Ως προς την προέλευση της, οι απόψεις και γνώμες διχάζονται. Κατά τινας είναι παράγωγο του ρήματος κλωπεύω- κλέπτω που παράλλαξε σε αχρείος, αμοραλιστής, δίκλοπος- ο άνθρωπος του σχοινιού και του παλουκιού, επομένως και προδότης οπότε και δίκλωπος στη σωτή του γραφή, παράγωγο του δικλωπεύω.
Κατά την άποψη του Σ. Καψωμένου- που είναι και η πιο ορθή, μάλλον θα προέρχεται από το δίπλοκος, αναγραμματισμένο. Δίπλοκος, ο διπρόσωπος, ο δολοπλόκος.
ο και η δίκλοπος, το δίκλοπον
Παράδειγμα:
« Την Πόλιν όντας ωρίαζεν ο Έλλεν Κωνσταντίνον, είχͮεν Πορτάρους δίκλοπους κι αφέντας φοβετσάρους» ( Την Πόλη όταν εξουσίαζε ο Έλληνας βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε προδότες κλειδοκράτορες κι ηγήτορες στρατού δειλούς. Ποντιακό δημώδες επάνω στην άλωση της Κωνσταντινούπολης