Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

παρουνεύκουμαι [Ρήμα]

Προφορά: παρουνεύκουμαι
  1. 1) είμαι ακατάδεκτος 2) ζω σε οικονομικές στενοχώριες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια