Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρουσία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παρουσία Προφορά: παρουσία
  1. 1) ωραία εμφάνιση 2) καλό παράστημα 3) αμοιβή του ιερέα για να μνημονεύσει ονόματα στην θεία λειτουργία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό παρουσία

Παρατηρήσεις - Σχόλια