Προέλευση: από το αττικό γλοιόω-ω
Χρόνοι: παρατατικός εγλοίαζα μέλλοντας θα γλοιάζω αόριστος εγλοίαξα
Προστακτική: γλοίασον και στην παθητικη γλοιάστ'
Παθητική φωνή: γλοιούμαι = γίνομαι γλοιώδης, γλιστερός