Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαρκίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βαρκίζω Προφορά: βαρκίζω
  1. κλαίγω γοερά, φωνάζω ακατάληπτα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    είναι ο ποντιακός τύπος του αττικού βαρβαρίζω ή βαρκάζω

    Χρόνοι:
    παρατατικός εβάρκιζα
    μέλλοντας θα βαρκίζω
    αόριστος εβάρκισα

    Προστακτική:
    βάρκισον!

Παρατηρήσεις - Σχόλια