Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πουρπούτς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πουρπούτ’ς Προφορά: πουρπούτς
  1. κουρελιάρης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση απο:
    Μιχ. Μεταλλείδη

    Παραδείγματα:
    1) Πώς να πάει εμπαλιγμένος και πουρπούτ’ς.
    2) Ο Πόσογλης είνας πουρπούτ’ς με την τσίπαν πάντ’ οξωκά.

Παρατηρήσεις - Σχόλια