Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

άσαλγος (ο) [Ουσιαστικό]

Προφορά: άσαλγος
  1. άτακτος, αυθάδης, υβριστής, αδιάντροπος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ασελγής με αυτήν την έννοια και την πρόσθετη του ακόλαστου, του υπερφιλήδονου
    < Σκώμμα γάρ είπ' ασελγές... Ευπόλιδος του Κωμικού Αθην. 436c>
    < εις εμέμόνον ασελγής και βίαιος ούτω εγεγόνει- Δημοσθένους 21, 128>

    Πτώσεις:
    ονομαστική ο άσαλγος
    γενική τοι άσαλγου
    αιτιατική τον άσαλγον

    Παράδειγμα:
    « Πολλά άσαλγος παιδάς ατός ο υιός σ'! - πολύ άτακτος, αυθάδης αυτός ο γιος σου!»

Παρατηρήσεις - Σχόλια