Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποβρωτός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αποβρωτός Προφορά: αποβρωτός
  1. βρώμικος, ακάθαρτος ο μη εσθιόμενος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το ρήμα αποβρωτίζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια