Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αντρότα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αντρότα̤ Προφορά: αντρότεα
  1. παλληκαριά, γενναιότητα, ανδραγάθημα η ανδροπρεπής συμπεριφορά η αντρίκεια στάση Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    1) από το αττικό ανδροτής - τήτος με την ίδια έννοια
    2) Κατά Σ. Καψωμένο δεν συνδέεται με το Ομηρικό ανδροτής αλλά προέρχεται μάλλον από το αρχαίο ανδρειότης
    < όν πότμον γοόωσα... λιπούσ' ανδροτήτα και ήβην- θρηνώντας γιατί οι μοίρα της στέρησε την παλληκαριά και τα νιάτα του - Ιλιάδος Χ 363>

Παρατηρήσεις - Σχόλια