Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πούμπουρος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πούμπουρος Προφορά: πούμπουρος
  1. βομβυλιός, κηφήνας, άπραγος ανίκανος άνθρωπος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1)Άντρας ατ’ς πούμπουρος νά̤ μέλ’ και νά̤ κερίν. (ανίκανος άνθρωπος)
    2) Στεγνόν πουμπούρ’. (τελείως στεγνό)
    3) Τα πουμπούρα̤ εβόεσαν. Ιδίωμα Σταυρί. (Χαζεύει ο τεμπέλης)

Παρατηρήσεις - Σχόλια