Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πουλουλάπ [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πουλουλάπ’ Προφορά: πουλουλάπ
  1. ποικιλία απιδιάς με καρπό διατηρούμενο αρκετούς μήνες μέσα σε πιθάρια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια