Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πουλούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πουλούλ’ Προφορά: πουλούλ
  1. μεγάλο πιθάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον - Ερμηνείες:
    Καβαλ’κεύω τα πουλούλια, ασχολούμαι με προξενιές.

  2. πιθάρι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    πιθανή η καταγωγή του από το λατινικό pululare που σημαίνει γεμίζω, βρίθω

Παρατηρήσεις - Σχόλια