Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πουλαμάς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πουλαμάς Προφορά: πουλαμάς
  1. 1) πέπλος της νύφης 2) Στη Σαντά πουλαμάν έλεγαν το φθινοπωρινό πρόβειο γάλα, που το έβραζαν διαρκώς ανακατώνοντας για να μήν τσικνίσει και πήχτωνε και τον πέπλον της νύφης έλεγαν τρέμον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Κοτύωρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια