Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πούζ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πούζ’ Προφορά: πούζ
  1. πάγος, παγωμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Μεσημβριάνθεμον το κρυστάλλινον άνθος μικρόν, ροδόχρουν, του οποίου τα φύλλα μικρά και παχέα έχουσιν επί της επιφανείας υγρόν τι έν είδει πάχνης έξ ού και το όνομα (Τουρκιστί πούζ’ πάγος).
    Χρήση απο :Κούσης
    2) Εκεί σον κόσμον πά’ πούζα̤ κρέατα πουλεί (πάγος, παγωμένος)

  2. καταχνιά, κρύο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη pus

Παρατηρήσεις - Σχόλια