Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19835 λήμματα

ποτίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ποτίζω Προφορά: ποτίζω
  1. ποτίζω, αρδεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Μέ τά δά̤κρυα μ’ επότ’σ’ ατα κι εσέν’ θα φαρμακών’νε
    2) Φέρ’ ατον σο νερόν καικά και ’κί ποτίζ’ ατον. Το λέγουν οι χαρτοπαίκτες για να δείξουν πως όσα και να κερδίσει ο αντίπαλος, στό τέλος θα χάσει.

  2. ποτίζω, αρδεύω δίνω σε κάποιον νερό να πιει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    ποτίουμαι = πίνομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια