Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ποτή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποτή Προφορά: ποτή
  1. πίωμα, ποτό, πότισμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τραπέζ’ ’κί τονατεύκεται, ποτήν ’κί ποτισκάται.(πίωμα, ποτό)
    2) Πάλιν τα πουλία σην ποτήν και κλώσκουν διψασμένα. (πότισμα)

  2. πιοτό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια