Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

ποταμοπούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποταμοπούλ’ Προφορά: ποταμοπούλ
  1. σουσουράδα μαυροπούλι που ζει στις όχθες του ποταμού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εκεί ο κούκκον κελαηδεί με τα ποταμοπούλια. (Χρήση απο: Ηλ. Τσιρκινίδη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια