Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ποτάμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποτάμ’ Προφορά: ποτάμ
  1. ποτάμι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ερούξεν σο ποτάμ’ και εποταμίεν (παρεσύρθη).
    2) Το ποτάμ’ αν’ πάει, (είναι απλοϊκός, απονήρευτος)
    3) Ντο θα παίρ’ με το ποτάμ’, εξέρ’ ατο. (προβλέπω τον κίνδυνο) (Ιδίωμα Σταυρί)

  2. ποτάμι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη ποταμός

    ποτάμ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια